ΑΙΓΙΝΑ :ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ


ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΨΕΛΗ
ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΨΕΛΗ

Οι συνοικισμοί ή μικροσυνικοισμοί της Αίγινας έχουν τα σπίτια τους χτισμένα σε απόσταση μικρή ή μεγάλη .Αυτά τα χωριά αναπτύχθηκαν τυχαία και φυσικά.Τα είδη των συνοικισμών που συναντάμε στην Αίγινα είναι :

Α. Ο ναυτικός –εμπορικός οικισμοί που οι κάτοικοι ζουν από την ναυτιλία  και το εμπόριο όπως η πρωτεύουσα της Αίγινας και η Πέρδικα.

Β. Οι γεωργικοί και ορεινοί οικισμοί που συνήθως είναι οικογενειακοί μικροσυνοικισμοί όπως οι Τζίκηδές, Καπότηδες, Λαζάρηδες.

Χωριά όπως η Αίγινα ,η Πέρδικα και η Παχιοράχη είναι κτισμένα με το ελεύθερο οικοδομικό σύστημα με συγκεντρωμένα τα χτίσματα τους.Χαρακτηριστικός όμως είναι ο γεωργικός μικοσυνοικισμός που δημιουργήθηκε από τα μέλη μιας οικογένειας που είχαν τα κτήματα τους και στην πορεία μεγάλωσαν οι οικογένειες και έχτισαν παραδίπλα τα δικά τους. Οι ονομασίες των οικισμών αυτών συμπίπτουν με τα επώνυμα  των οικογενειών που έχτισαν τα πρώτα σπίτια στην περιοχή . Η ανάπτυξη αυτών των οικισμών γινόταν με βραδύ ρυθμό βάση του μεγαλώματος  της οικογένειας και εμφανίζονται κυρίως σε ορεινές περιοχές του νησιού.

ΤΑ ΑΙΓΙΝΗΤΙΚΑ ΣΠΙΤΙΑ

Εξωτερικά το αιγινητικό σπίτι παρουσιάζετε σαν ένα στενόμακρο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο που συχνά συνδέεται με άλλα μικρότερα κτίσματα δημιουργώντας ένα Γ .Είναι ισόγειο και συχνά εμφανίζετε διώροφο ,χτίζετε ελεύθερο από παντού ,περιβάλετε από το οικόπεδο που μέσα στην πρωτεύουσα γίνετε αυλή περιτοιχισμένη.

ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΥΣ ΤΖΙΚΗΔΕΣ
ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΥΣ ΤΖΙΚΗΔΕΣ

Δύο είναι οι βασικοί τύποι σπιτιών :

Α. Το σπίτι με πατάρι.

Β. Το δίπατο σπίτι.

Και οι δύο αυτοί τύποι σπιτιών στην πορεία εξελίχθηκαν και παρουσιάστηκαν σε πολλές παραλλαγές ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων και την ανάπτυξη  του οικισμού που βρίσκονταν.Τα αιγινήτικα σπίτια μονόπατα ή δίπατα είναι οικοδομημένα με υλικά από την γη του νησιού.Η πέτρα που είναι το βασικό υλικό κατασκευή παρουσιάζετε με την μορφή του τραχείτη ή του τόφφου τα οποία είναι πετρώματα ηφαιστειογενής προελεύσεως και υπήρχαν σε μεγάλη ποσότητα στη Αίγινα.Τα πετρώματα αυτά ήταν σκληρά και ανθεκτικά  και τα μεγάλα τους κομμάτια τα χρησιμοποιούσαν για τα πλαίσια των πορτοπαραθύρων και τα μικρότερα για το χτίσιμο.

Πολλές φορές ανοιγόντουσαν μικρά νταμάρια για να εξορυχτεί πέτρα για ένα ή δύο σπίτια.Τα λεγόμενα πουριά της Αίγινας σε ξανθωπό χρώμα είναι από ασβεστομιγή τόφφο και έχουν συνήθως διαστάσεις 18-20εκ. και μάκρος 50-60εκ.

Το αιγινήτικο σπίτι χτίζετε πάνω σε στερεό έδαφος που ισοπεδώνετε χωρίς κανένα θεμέλιο κυρίως στις ορεινές περιοχές ενώ όταν παρουσιάζετε η ανάγκη θεμελίωσης αύτη γίνετε σε μικρό βάθος με τοιχοποιία στ ο ίδιο πάχος με την ανωδομή.

ΤΟΙΧΟΠΟΙΙΕΣ:

Ξερολιθιά

Ένα είδος τοιχοποιίας είναι οι ξερολιθιές που φτιάχνονται με οποιεσδήποτε πέτρες οι οποίες στερεώνονται μεταξύ τους με μικρότερες όταν δεν πατάνε καλά .Από ξερολιθιά γίνονταν οι φράκτες και οι τοίχοι αντιστηρίξεως των χωραφιών και άλλα δευτερεύοντα κτίσματα. Μονάχα το χωριό Λαζάρηδες είναι τα σπίτια χτισμένα από ξερολιθιές μεγάλου πάχους ο,80 εκ. και μικρού ύψους 2,0 μ. Η κατασκευή αυτών των σπιτιών χωρίς συνδετικό κονίαμα ήταν δυνατή γιατί η πέτρα της περιοχής είχε περισσότερη επίπεδη επιφάνεια..

Τοιχοποιία με κονίαμα:

Το πάχος των τοίχων είναι περίπου 0,60-0,80 εκ. και οι πέτρες μπαίνουν στην κατασκευή ακατέργαστες  χωρίς ασβέστη στο κονίαμα σε αντίθεση με τα νεότερα σπίτια που γίνονται με ασβέστη και μικρότερο πάχος και με πελεκητές πέτρες.Οι αρμοί στα σπίτια κλείνονται με μικρές πλακουδωτές πέτρες τα φτενάδια ιδίως όταν οι πέτρες είναι από πουρί.Οι μακριοί τοίχοι του σπιτιού χτίζονται παχύτεροι από τους κοντούς επειδή πάνω τους πατάνε τα δοκάρια του πατώματος του ορόφου  και πακτώνονται στον τοίχο. Μόνο στην περίπτωση των διώροφων σπιτιών και οι δύο ισόγειοι τοίχοι έχουν το ίδιο πάχος λόγο της ύπαρξης ορόφου .

Το συνδετικό υλικό ήταν η λάσπη και αργότερα το ασβεστοκονίαμα.Η αιγινήτικη αρχιτεκτονική αποφεύγει τα επιχρίσματα [σοβάδες] .Οι τοιχοποιίες είναι πολύ καλά χτισμένες και αρμολογημένες αρκεί το πέτρωμα να μην είναι πορώδες και απορροφήσει υγρασία.Σε αντίθετη περίπτωση το εξωτερικό επίχρισμα θεωρείτο περιττό και συγχρόνως και ακριβό ιδιαίτερα για τα ορεινά χωριά που ήταν πιο φτωχά.Συνήθως όταν γινόταν ήταν ένα μείγμα από ασβέστη και χοντρή θαλασσινή άμμο  που εισχωρούσε μέσα στους αρμούς 3-4 εκ. ,καθαριζόταν και στρωνόταν σωστά σχηματίζοντας ένα πλατύ αρμό γύρω από την πέτρα.Στην πορεία με τις βροχές αυτού του τύπου το κονίαμα διαβρωνόταν από τις βροχές με αποτέλεσμα να υποχωρεί σταδιακά και η τοιχοποιία να εμφανίζετε σαν ξερολιθιά.

Σήμερα η εικόνα που συναντάμε σε όσα σπίτια έχουν απομείνει στους ερειπωμένους ορεινούς οικισμούς μας μαρτυρούν την τέχνη της πέτρας που για χρόνια μένει αγέρωχη στο πέρασμα των χρόνων και των καιρικών συνθηκών και επιστρέφει το μυαλό μας σε μια εποχή που η αρχιτεκτονική ξεκινούσε από την γη και επέστρεφε σε αυτήν.Η καθαρότητα των γραμμών η απόλυτη εναρμόνιση με το φυσικό τοπίο ήταν πράγματα που οι άνθρωποι της εποχής τα πετύχαιναν χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και που σήμερα τα ξαναγράφουμε στην φύση μιλώντας για οικολογική ή βιοκλιματική αρχιτεκτονική.

Η απλότητα της μορφής ενάντια στη σύγχρονη πολυπλοκότητα.

Advertisements

Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ


Η κατοικία στη νησιωτική Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία ανάλογα με την περιοχή που βρίσκεται (νησιά του Ιονίου πελάγους, νησιά του βορείου Αιγαίου, του ανατολικού Αιγαίου, Κρήτη, Δωδεκάνησα και Κυκλάδες). Αποτελείται συνήθως από έναν χώρο, που διαιρείται στο βάθος
ή στα πλάγια διαμερίσματα και είναι απλή στο σχέδιο, με βάση τον κύβο και πιο συχνά καλύπτεται από επίπεδη στέγαση, το δώμα, στο οποίο
υπάρχουν αλλεπάλληλα στρώματα υλών, που αφθονούν στα νησιά και παρέχουν θερμική μόνωση.
Είναι κυρίως μονώροφη, με μικρά ανοίγματα και επάλληλα στρώματα από ασβέστη, που δίνει το χαρακτηριστικό λευκό χρώμα και έχει
έτσι τη μορφή «συντεθειμένων λευκών κύβων».
Όπου οι οικισμοί αναπτύσσονται σε επικλινείς τοποθεσίες με περιορισμένο χώρο, οι κατοικίες αποτελούνται από λίγους μικρούς χώρους, που
βρίσκονται συνήθως σε διαφορετικά επίπεδα και έχουν διαφορετικά ύψη
μεταξύ τους. Οι λειτουργίες διαφοροποιούνται συχνά μόνο με τις υψομετρικές διαφορές και δεν υπάρχουν διάδρομοι, ενώ βασικό χαρακτηριστικό είναι ο μεγάλος χώρος διημέρευσης και κοινωνικών
επαφών, η λεγόμενη σάλα. Συχνά μέσα στη σάλα διαμορφώνονται και οι χώροι ύπνου, αλλιώς βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα. Ο εξοπλισμός
της κάθε κατοικίας, στους επιμέρους χώρους της, είναι συνήθως μόνιμος και διαμορφώνεται κατά την κατασκευή της. Και εδώ υπάρχει αυλή, ζωτικός
χώρος και απαραίτητος ως προέκταση του εσωτερικού χώρου, στον οποίο, το καλοκαίρι ιδιαίτερα, γίνονται πολλές από τις λειτουργίες του
σπιτιού, όπως είναι το μαγείρεμα, το πλύσιμο και η ανάπαυση. Η αυλή μπορεί να περιβάλλεται και από ψηλό τοίχο, για άμυνα από τους πειρατές αλλά και, όπως στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας, για την
προστασία της ιδιωτικής ζωής της οικογένειας.
Η πολεοδομική δομή των παραδοσιακών οικισμών χαρακτηρίζεται από την ενότητα του συνόλου που αποτελείται από τα κτίσματα, το
φυσικό περιβάλλον, το κλίμα, τις κοινωνικές σχέσεις, που με τη διαφοροποίηση των στοιχείων αυτών, σε συνδυασμό με τις τεχνικές και αισθητικές εμπειρίες που επικρατούν σε κάθε περιοχή,
διαμορφώνουν τους αρχιτεκτονικούς τύπους, που αναφέρονται παραπάνω, στις τρεις μεγάλες κατηγορίες κατοικιών του ελλαδικού χώρου.
Ο ενιαίος αρχιτεκτονικός τύπος που προέρχεται από την παράδοση και οι παραλλαγές που προκύπτουν από τις κοινωνικές και φυσικές
συνθήκες του κάθε τόπου, δημιουργούν τελικά το σχέδιο του παραδοσιακού οικισμού, στον οποίο ενσωματώνονται και τα τυχόν δάνεια από άλλους
πολιτιστικούς χώρους, δημιουργικά, χωρίς απλή μίμηση και εγκλιματισμένα στο χαρακτήρα της περιοχής.

 

ΤΟ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ Η ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Ο προσδιορισμός του περιεχομένου του τοπίου ποικίλει ανάλογα με τους τρόπους προσέγγισής του, “ως φύσης, ως χώρου ζωής, ως ανθρώπινου κατασκευάσματος, ως προβλήματος, ως ιστορίας και ως αισθητικής”.
Στην προσέγγιση συμβάλει η γεωγραφία του χώρου. Λέγοντας γεωγραφία εννοούμε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του τόπου που υπεισέρχονται και στο σχεδιασμό ενός αρχιτεκτονικού έργου.
Το φως, το κλίμα, η θερμοκρασία, το έδαφος, η υφή, η γραμμή, το σχήμα, το χρώμα, τα υλικά και όλα αυτά που αντιλαμβάνεται ο παρατηρητής με τις αισθήσεις του.
Το ελληνικό τοπίο περιγράφει ο Π.Μιχελής: “Είναι γενικά σαφώς καθορισμένο, και με πολύ καθαρές γραμμές, διότι τα βουνά είναι επί το πλείστον γυμνά. Το χρυσαφί φως
αναδεικνύει κάθε λεπτομέρεια. (…) Αυτή η καθαρότης των περιγραμμάτων οδηγεί στην αγάπη των πλαστικών αξιών και της ακρίβειας. Το ελληνικό τοπίο υποδέχεται το λευκό,
φωτεινό καθαρό και μαλακό νησιώτικο αλλά αγκαλιάζει και το σκοτεινό, τραχύ, σκληρό ηπειρώτικο. “
Το ίδιο το τοπίο παρέχει τις προδιαγραφές – δεσμεύσεις αλλά και τα εργαλεία – λύσεις για τον αρχιτεκτονικό
σχεδιασμό. Στοιχεία του κλίματος και της γεωγραφίας ενός τόπου επηρεάζουν και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο θα
δημιουργηθεί η δομή, θα σχηματιστεί η κάτοψη,θα μορφωθεί η όψη ή θα καθορίσει την επιλογή των υλικών. Το φως και η θερμοκρασία θα ορίσουν, για παράδειγμα, την τυπολογία της
κάτοψης ή το μέγεθος ενός ανοίγματος. Οι άνεμοι, η υγρασία ή τα χιόνια θα υποδείξουν τη μορφή και το υλικό των τοίχων και της στέγασης, κ.ο.κ.
Στοιχείο του τοπίου, είναι και το υλικό, το τοπικό δομικό υλικό, του οποίου η σημασία στην ελληνική αρχιτεκτονική έχει
εντοπιστεί από αυτούς που τους απασχόλησε κατά καιρούς το ζήτημα της ελληνικότητας.
Το υλικό, εκτός από το δομικό του ρόλο, δηλαδή τη χρήση του στη στατική και την προστασία του κτηρίου, βλέπουμε να αποκτάει και μεγάλη σημασία ως χαρακτηριστικό μέσο
έκφρασης τοπικών παραμέτρων. «Η αίσθηση της ύλης αποτελεί το πρώτο στοιχείο της μορφής», τα υλικά.

Νησιώτικος οικισμός στα Κύθηρα πηγή: Ν.Μουτσόπουλος, «Ελλάς – Παραδοσιακή αρχιτεκτονική των Βαλκανίων », Εκδόσεις Μέλισσα», Αθήνα 1993